Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Dedicated...

Στην Renton-maelstrom..

Έχει απλά κάτι το ιδιαίτερο, το ιδιάζoν...γελάει όταν μαθαίνει κάτι κακό. Σκάει στα γέλια στην κυριολεξία σα να της καθαρίζαν αυγά. Γελάει με την ψυχή της, σπαρταριστά, τα μάτια υγραίνονται, το σώμα συσπάται, λάμπει σα να άκουσε το πιο ευχάριστο νέο ή το καλύτερα ειπωμένο ανέκδοτο.Σκότωσαν το Μάκη, πέθανε ο παππούς, η Ελένη δεν θα τη βγάλει....γέλια δυνατά, εκκωφαντικά, τραντάζεται όλη, βάζει το χέρι στο στόμα όπως όταν ήμασταν στα θρανία.Μετά σκοτεινιάζει, το άστρο θαμπώνει, παρασύρεται σε μαύρη τρύπα και όταν βγαίνει απ΄το χωνί της είναι άλλη, το κεφάλι σκυμμένο, αγκώνες κολλημένοι στα πλευρά.
Τον γνώρισε στην κηδεία της Ελένης, το χέρι ασφυκτικά βαλμένο στη μύτη και το στόμα, αναπνοή βαριά, να τρώει το χνώτο της, δάκρυα να νοτίζουν το μαύρο γιακά, δάκρυα γέλιου πνιχτού, αφορισμένου, στάση προβαρισμένη ώρες στον καθρέφτη υπό την επίβλεψη μου, μελάνιασα το χέρι της να την καθίζω μπροστά ξανά και ξανά μέχρι να το τελειοποιήσει, να μην την πάρουν χαμπάρι. Εκείνος απέναντι, ένας λάκκος να τους χωρίζει και μια επιθυμία, μια ικανότητα αξιοζήλευτη: να κλαίει γοερά, μ’αληθινά δάκρυα, μουσκίδι όλο το ζιβάγκο, ρυτίδες πόνου κι απόγνωσης, μετά ηρεμία, άπνοια.
Έδωσαν τα χέρια στον καφέ, έκατσαν μαζί στο γωνιακό τραπέζι, αυτή φωτεινή αυτός σκοτεινός, δεν πέρασαν δέκα λεπτά κι άρχισε τα ανέκδοτα, να την τσιμπάω κάτω απ΄το τραπέζι, να της γυρνάω το δέρμα στα νύχια μου, να γελάει πιο πολύ, να θεριεύει στο τσίμπημα μου. Την κοίταξε που κακάριζε και έβαλε τα κλάματα, ξάδελφος της της Ελένης, παίζανε παιδιά, πονούσε. Τους άφησα εκεί και έφυγα, ενοχλήθηκα, βαρέθηκα, κολλητή ξεκολλητή την μπούχτισα την πετριά της.Τους είδα τυχαία οκτώ μήνες μετά, αρραβωνιασμένους τους άφησα, τώρα μου λέγανε τα νέα για το γάμο και το παιδί που ερχόταν. «Και γω περιμένω παιδί» είπα αιφνιδιαστικά. Εκείνη μ’αγκάλιασε, μου μίλησε με μάτια εκτυφλωτικά, εκείνος κουβέντα, γύρισα και τον κοίταξα, του έδωσα το χέρι να φύγω, έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει, να τρέμει, έχωσε το χέρι στο στόμα και στο σφάλισε σα να’χε ακούσει το πιο κακό νέο του κόσμου. «Α δεν είναι τίποτᨻ πετάχτηκε η κολλητή μου, «η πετριά του είναι, κλαίει όταν μαθαίνει κάτι καλό».

2 σχόλια:

Άκης είπε...

το καλύτερο κείμενο που έχεις γράψει μικρή μου

Ακης

Mistirios είπε...

Συνέχισε, θέλω και άλλο...