Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

The forlorn Hotel..


Ένας τόπος θύμησης και όχι απώλειας μνήμης.
Ένας τόπος συνάντησης και όχι συνεύρεσης.
Λέξεις που αιωρούνται στο ταβάνι, σκέψεις που γίνονται φωνές σε χοάνη γραμμοφώνου, υδροροές φωναγωγοί..

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Κοφτερά Στάχυα


Ακούει την καρδιά σου;
Ξέρει πως αναπηδάει όταν πλησιάζουν; Σα βατράχι στα νούφαρα, αν είδες ποτέ σου βατράχι δηλαδή, γιατί πάντα είχες το νου σου αλλού: να μάσεις τα πράγματα, να τα κουβαριάσεις στην πλάτη και να με τραβήξεις απ΄το χέρι σα να σου ανήκε.
Τώρα καμπουριάζεις, αυτή τη στάση την καμώθηκες χιλιάδες φορές, περισσότερες απ΄όσες πρόσεξες να πέφτει ένα αστέρι’ εσύ απασχολημένη με τη ροή του υπονόμου, την υπόγεια ζωή του κόλλαγες τ’αυτί κάτω και φρουυυ-φρουυυ σε κοίμιζαν οι γδούποι στους σωλήνες. Τους φανταζόσουν κρύους σα το άσπρο χώμα στο οροπέδιο του Σι-Παιν, τους ερμήνευες ζεστούς σα το χυλό στις μπρούτζινες κατσαρόλες του αχυρώνα.
Με πατικώνεις στη γη, παιχνίδι ξεχαρβαλωμένο, τραβάς τα μπατζάκια μου να φαίνεται το δέρμα, η μαλακή λωρίδα σάρκας θα τους φέρει πιο κοντά, θα γεμίσει το κυπελλάκι που σου΄δώσε ο κοντός με το κολλαριστό πουκάμισο έξω από το Χοτέλ Αρμονία. Προσέχεις τα παπούτσια τους-πάντα έτσι λες, ρίχνεις το μαλλιά σου στα μάτια και φυσάς με στραβό στόμα να τσεκάρεις τη μάρκα, το μάτι σου τρυπιέται, κοφτερά στάχυα τα μαλλιά σου, ηλεκτρικές βελόνες αλλά δεν σε νοιάζει, πιο πολύ σε ταράζει η μέση σου στη στάση αυτή.
Λες δεν έχουμε άλλη επιλογή, φωνάζεις, μουρμουράς, παραμιλάς, ουρλιάζεις, το ξαναλές με όλους τους τρόπους που σκαρφίζονται άνθρωποι και ζώα, φοβάσαι πως μια μέρα δεν θ’ακούσεις την καρδιά μου- σφαλίζω τα μάτια σφιχτά γιατί τώρα οι δερμάτινες μπότες πλησίασαν πολύ- φοβάσαι μήπως δεν ακούσεις την δική σου.
Με κήδεψες τέσσερις φορές σήμερα χωρίς να με θάψεις, τι θα σκεφτόταν η μάνα μας γι’αυτό Σι-Λουν;

Τέσσερις καρέκλες


-Δεν είχαν ύφασμα, είχαν δέρμα, ανθρώπινο’ αντί για μπορντό βελουτέ, είχαν χνούδι, σάρκα και έστεκαν κόντρα στον τοίχο.
-Ότι να'ναι.
- Είδα το ένα το αριστερό με καπελάκι μπλε ως τα μάτια να στρέφει προς τα άλλα δυο που έκαναν πηγαδάκι στην άκρη, το μεσαίο, το κορίτσι ακουμπούσε στον τοίχο σα να βαριόταν.
-Ήτανε κορίτσι αυτό δηλαδή;
-Στο πίσω μπαλκόνι, μια αυλή σχολείου στο πίσω μπαλκόνι μας.
-Έχουμε ρε σχολείο πίσω;
-Τα δυο στην άκρη δεξιά φορούσαν αθλητικά και μίλαγαν σκυφτά σα να σκάρωναν κάτι, το ένα κρατούσε ένα φακελάκι- να δεις που θα μύριζε σαν εκείνα τα παλιά της αλληλογραφίας που η οσμή τους έμενε στα δάχτυλα σου για μέρες, το γύρναγε στα χέρια σα να΄χε αγωνία. Το αγοράκι που είχε στρέψει όλο του το σώμα προς τα άλλα δυο, απλά τα κοίταζε, δεν έκανε καμία άλλη κίνηση, το κορίτσι όμως άρχισε να κοπανάει το πόδι του στον τοίχο, αδιάφορα τα’χα, έβαλε και τα χέρια πίσω απ΄την πλάτη και έκανε πως κοίταζε στο κενό. Από κάπου άκουγα και θόρυβο, οχλαγωγία, σα να παίζανε και άλλα εκεί.
-Δεν χτύπαγε το άτιμο το κουδούνι ε, να απαλλαγείς...
-Αμέσως το ένα, που ήταν χωμένο στο λαιμό του άλλου, γύρισε σα κουρδισμένο και έδωσε το φακελάκι στο κορίτσι. Το κορίτσι ξαφνιάστηκε, έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο και κράτησε το φακελάκι σφιχτά-δεν το άνοιξε αμέσως παρά τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, χτύπησε με τις μύτες της σόλας το τοιχάκι και μετά το άνοιξε, τόσο μαλακά σα να φοβόταν πως θα θρυμματιστεί στα χέρια της.
-Μη βάζεις άλλο αλάτι στο’ πα χίλιες φορές!
-Και μετά έγινε το πιο παράξενο πράμα, γύρισε πίσω πάλι και της το πήρε, στη στιγμή, πλησίασε το κορίτσι και της πήρε το φάκελο, συγγνώμη είπε, η πρόσκληση είναι για την διπλανή σου, όχι για σένα, λάθος έγινε, δεν σε έχουν καλέσει.
-Στο πίσω μπαλκόνι είπες;
-Και έμεινε αποσβολωμένο το παιδάκι και έκατσε πάλι στην ίδια στάση, στραμμένο μπροστά σαν να μην κοιτάζει πουθενά, έσκυψε και χάζεψε τα παπούτσια του μόνο και τα χέρια του τα σκούπισε στη φόρμα σα να΄χαν ακόμα κιμωλίες. Και μετά φύγανε όλα ένα ένα, και έμεινε τελευταίο το κορίτσι να παρατηρεί τον τοίχο, οι θέσεις τους κενές αλλά κρατημένες.
-Πλάκα κάνεις; κάθομαι και αφήνω το φαΐ μου και τρέχω έξω, κάθομαι και σ’ακούω ρε, κάτι παλιοκαρέκλες είναι εκεί πίσω ρε.
-Αυτό προσπαθώ να σου πω.


Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ


"Είμαστε μια παρέα που αγαπάμε να γράφουμε, αυτό είναι όλο"

Αυτή η παρέα αρέσκεται στο να ανοίγει σκονισμένα ντουλάπια, περίεργα σκαλισμένες πόρτες, μαγικά αντικείμενα, είναι η παρέα της λογοτεχνίας του φανταστικού που δεν είναι παραλογοτεχνία για μας.

Γνωρίστε το περιοδικό των συμπαντικών διαδρομών που φιλοξενεί ιστορίες τέτοιων παιδιών σαν και μας.


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Dedicated...

Στην Renton-maelstrom..

Έχει απλά κάτι το ιδιαίτερο, το ιδιάζoν...γελάει όταν μαθαίνει κάτι κακό. Σκάει στα γέλια στην κυριολεξία σα να της καθαρίζαν αυγά. Γελάει με την ψυχή της, σπαρταριστά, τα μάτια υγραίνονται, το σώμα συσπάται, λάμπει σα να άκουσε το πιο ευχάριστο νέο ή το καλύτερα ειπωμένο ανέκδοτο.Σκότωσαν το Μάκη, πέθανε ο παππούς, η Ελένη δεν θα τη βγάλει....γέλια δυνατά, εκκωφαντικά, τραντάζεται όλη, βάζει το χέρι στο στόμα όπως όταν ήμασταν στα θρανία.Μετά σκοτεινιάζει, το άστρο θαμπώνει, παρασύρεται σε μαύρη τρύπα και όταν βγαίνει απ΄το χωνί της είναι άλλη, το κεφάλι σκυμμένο, αγκώνες κολλημένοι στα πλευρά.
Τον γνώρισε στην κηδεία της Ελένης, το χέρι ασφυκτικά βαλμένο στη μύτη και το στόμα, αναπνοή βαριά, να τρώει το χνώτο της, δάκρυα να νοτίζουν το μαύρο γιακά, δάκρυα γέλιου πνιχτού, αφορισμένου, στάση προβαρισμένη ώρες στον καθρέφτη υπό την επίβλεψη μου, μελάνιασα το χέρι της να την καθίζω μπροστά ξανά και ξανά μέχρι να το τελειοποιήσει, να μην την πάρουν χαμπάρι. Εκείνος απέναντι, ένας λάκκος να τους χωρίζει και μια επιθυμία, μια ικανότητα αξιοζήλευτη: να κλαίει γοερά, μ’αληθινά δάκρυα, μουσκίδι όλο το ζιβάγκο, ρυτίδες πόνου κι απόγνωσης, μετά ηρεμία, άπνοια.
Έδωσαν τα χέρια στον καφέ, έκατσαν μαζί στο γωνιακό τραπέζι, αυτή φωτεινή αυτός σκοτεινός, δεν πέρασαν δέκα λεπτά κι άρχισε τα ανέκδοτα, να την τσιμπάω κάτω απ΄το τραπέζι, να της γυρνάω το δέρμα στα νύχια μου, να γελάει πιο πολύ, να θεριεύει στο τσίμπημα μου. Την κοίταξε που κακάριζε και έβαλε τα κλάματα, ξάδελφος της της Ελένης, παίζανε παιδιά, πονούσε. Τους άφησα εκεί και έφυγα, ενοχλήθηκα, βαρέθηκα, κολλητή ξεκολλητή την μπούχτισα την πετριά της.Τους είδα τυχαία οκτώ μήνες μετά, αρραβωνιασμένους τους άφησα, τώρα μου λέγανε τα νέα για το γάμο και το παιδί που ερχόταν. «Και γω περιμένω παιδί» είπα αιφνιδιαστικά. Εκείνη μ’αγκάλιασε, μου μίλησε με μάτια εκτυφλωτικά, εκείνος κουβέντα, γύρισα και τον κοίταξα, του έδωσα το χέρι να φύγω, έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει, να τρέμει, έχωσε το χέρι στο στόμα και στο σφάλισε σα να’χε ακούσει το πιο κακό νέο του κόσμου. «Α δεν είναι τίποτᨻ πετάχτηκε η κολλητή μου, «η πετριά του είναι, κλαίει όταν μαθαίνει κάτι καλό».

ο Διαδικτυακός τόπος του Μισέλ Φάις..


Μια ιστορία και άλλες πολλές...



Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008