Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Κοφτερά Στάχυα


Ακούει την καρδιά σου;
Ξέρει πως αναπηδάει όταν πλησιάζουν; Σα βατράχι στα νούφαρα, αν είδες ποτέ σου βατράχι δηλαδή, γιατί πάντα είχες το νου σου αλλού: να μάσεις τα πράγματα, να τα κουβαριάσεις στην πλάτη και να με τραβήξεις απ΄το χέρι σα να σου ανήκε.
Τώρα καμπουριάζεις, αυτή τη στάση την καμώθηκες χιλιάδες φορές, περισσότερες απ΄όσες πρόσεξες να πέφτει ένα αστέρι’ εσύ απασχολημένη με τη ροή του υπονόμου, την υπόγεια ζωή του κόλλαγες τ’αυτί κάτω και φρουυυ-φρουυυ σε κοίμιζαν οι γδούποι στους σωλήνες. Τους φανταζόσουν κρύους σα το άσπρο χώμα στο οροπέδιο του Σι-Παιν, τους ερμήνευες ζεστούς σα το χυλό στις μπρούτζινες κατσαρόλες του αχυρώνα.
Με πατικώνεις στη γη, παιχνίδι ξεχαρβαλωμένο, τραβάς τα μπατζάκια μου να φαίνεται το δέρμα, η μαλακή λωρίδα σάρκας θα τους φέρει πιο κοντά, θα γεμίσει το κυπελλάκι που σου΄δώσε ο κοντός με το κολλαριστό πουκάμισο έξω από το Χοτέλ Αρμονία. Προσέχεις τα παπούτσια τους-πάντα έτσι λες, ρίχνεις το μαλλιά σου στα μάτια και φυσάς με στραβό στόμα να τσεκάρεις τη μάρκα, το μάτι σου τρυπιέται, κοφτερά στάχυα τα μαλλιά σου, ηλεκτρικές βελόνες αλλά δεν σε νοιάζει, πιο πολύ σε ταράζει η μέση σου στη στάση αυτή.
Λες δεν έχουμε άλλη επιλογή, φωνάζεις, μουρμουράς, παραμιλάς, ουρλιάζεις, το ξαναλές με όλους τους τρόπους που σκαρφίζονται άνθρωποι και ζώα, φοβάσαι πως μια μέρα δεν θ’ακούσεις την καρδιά μου- σφαλίζω τα μάτια σφιχτά γιατί τώρα οι δερμάτινες μπότες πλησίασαν πολύ- φοβάσαι μήπως δεν ακούσεις την δική σου.
Με κήδεψες τέσσερις φορές σήμερα χωρίς να με θάψεις, τι θα σκεφτόταν η μάνα μας γι’αυτό Σι-Λουν;

Δεν υπάρχουν σχόλια: