Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Τέσσερις καρέκλες


-Δεν είχαν ύφασμα, είχαν δέρμα, ανθρώπινο’ αντί για μπορντό βελουτέ, είχαν χνούδι, σάρκα και έστεκαν κόντρα στον τοίχο.
-Ότι να'ναι.
- Είδα το ένα το αριστερό με καπελάκι μπλε ως τα μάτια να στρέφει προς τα άλλα δυο που έκαναν πηγαδάκι στην άκρη, το μεσαίο, το κορίτσι ακουμπούσε στον τοίχο σα να βαριόταν.
-Ήτανε κορίτσι αυτό δηλαδή;
-Στο πίσω μπαλκόνι, μια αυλή σχολείου στο πίσω μπαλκόνι μας.
-Έχουμε ρε σχολείο πίσω;
-Τα δυο στην άκρη δεξιά φορούσαν αθλητικά και μίλαγαν σκυφτά σα να σκάρωναν κάτι, το ένα κρατούσε ένα φακελάκι- να δεις που θα μύριζε σαν εκείνα τα παλιά της αλληλογραφίας που η οσμή τους έμενε στα δάχτυλα σου για μέρες, το γύρναγε στα χέρια σα να΄χε αγωνία. Το αγοράκι που είχε στρέψει όλο του το σώμα προς τα άλλα δυο, απλά τα κοίταζε, δεν έκανε καμία άλλη κίνηση, το κορίτσι όμως άρχισε να κοπανάει το πόδι του στον τοίχο, αδιάφορα τα’χα, έβαλε και τα χέρια πίσω απ΄την πλάτη και έκανε πως κοίταζε στο κενό. Από κάπου άκουγα και θόρυβο, οχλαγωγία, σα να παίζανε και άλλα εκεί.
-Δεν χτύπαγε το άτιμο το κουδούνι ε, να απαλλαγείς...
-Αμέσως το ένα, που ήταν χωμένο στο λαιμό του άλλου, γύρισε σα κουρδισμένο και έδωσε το φακελάκι στο κορίτσι. Το κορίτσι ξαφνιάστηκε, έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο και κράτησε το φακελάκι σφιχτά-δεν το άνοιξε αμέσως παρά τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, χτύπησε με τις μύτες της σόλας το τοιχάκι και μετά το άνοιξε, τόσο μαλακά σα να φοβόταν πως θα θρυμματιστεί στα χέρια της.
-Μη βάζεις άλλο αλάτι στο’ πα χίλιες φορές!
-Και μετά έγινε το πιο παράξενο πράμα, γύρισε πίσω πάλι και της το πήρε, στη στιγμή, πλησίασε το κορίτσι και της πήρε το φάκελο, συγγνώμη είπε, η πρόσκληση είναι για την διπλανή σου, όχι για σένα, λάθος έγινε, δεν σε έχουν καλέσει.
-Στο πίσω μπαλκόνι είπες;
-Και έμεινε αποσβολωμένο το παιδάκι και έκατσε πάλι στην ίδια στάση, στραμμένο μπροστά σαν να μην κοιτάζει πουθενά, έσκυψε και χάζεψε τα παπούτσια του μόνο και τα χέρια του τα σκούπισε στη φόρμα σα να΄χαν ακόμα κιμωλίες. Και μετά φύγανε όλα ένα ένα, και έμεινε τελευταίο το κορίτσι να παρατηρεί τον τοίχο, οι θέσεις τους κενές αλλά κρατημένες.
-Πλάκα κάνεις; κάθομαι και αφήνω το φαΐ μου και τρέχω έξω, κάθομαι και σ’ακούω ρε, κάτι παλιοκαρέκλες είναι εκεί πίσω ρε.
-Αυτό προσπαθώ να σου πω.